Τι είναι η διαχείριση κινδύνου και πώς προστατεύουμε το κεφάλαιό μας;

Η διαχείριση κινδύνου, γνωστή και ως risk management, είναι η διαδικασία με την οποία αποφασίζουμε πόσο κίνδυνο είμαστε διατεθειμένοι να αναλάβουμε και τι θα κάνουμε αν η αγορά κινηθεί εναντίον μας.

Δεν έχει στόχο να εξαφανίσει τον κίνδυνο.

Αυτό δεν είναι δυνατό.

Ο στόχος είναι να εμποδίσουμε μία λανθασμένη απόφαση ή μια κακή περίοδο να προκαλέσει καταστροφική ζημιά στο κεφάλαιό μας.

Δεν ρισκάρουμε χρήματα που χρειαζόμαστε

Η πρώτη αρχή είναι απλή.

Χρήματα που προορίζονται για ενοίκιο, λογαριασμούς, τρόφιμα, δάνεια ή άλλες βασικές ανάγκες δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται σαν κεφάλαιο για trading ή επενδύσεις υψηλού κινδύνου.

Οι αγορές μπορούν να κινηθούν αντίθετα από τις προσδοκίες μας.

Αν μια πιθανή ζημιά δημιουργεί πρόβλημα στην καθημερινή μας ζωή, τότε ο κίνδυνος που έχουμε αναλάβει είναι ήδη υπερβολικός.

Δεν τοποθετούμε όλο το κεφάλαιο σε μία θέση

Ας υποθέσουμε ότι κάποιος διαθέτει 5.000 ευρώ για επενδύσεις.

Αν τοποθετήσει ολόκληρο το ποσό σε ένα μόνο περιουσιακό στοιχείο, η οικονομική του έκθεση εξαρτάται σε πολύ μεγάλο βαθμό από μία επιλογή.

Αντίθετα, η κατανομή του κεφαλαίου μπορεί να μειώσει την εξάρτηση από μία μόνο επένδυση.

Αυτό συνδέεται με την έννοια της διαφοροποίησης.

Η διαφοροποίηση δεν εγγυάται ότι δεν θα υπάρξουν ζημιές, αλλά μπορεί να μειώσει ορισμένους συγκεντρωμένους κινδύνους.

Τι είναι το Position Size;

Το position size είναι το μέγεθος της θέσης που ανοίγουμε.

Αποτελεί βασικό κομμάτι της διαχείρισης κινδύνου.

Δύο άνθρωποι μπορεί να κάνουν ακριβώς την ίδια συναλλαγή, αλλά να αναλαμβάνουν εντελώς διαφορετικό κίνδυνο επειδή έχουν τοποθετήσει διαφορετικό μέρος του κεφαλαίου τους.

Όσο μεγαλύτερη είναι μια θέση σε σχέση με το συνολικό κεφάλαιο, τόσο μεγαλύτερη μπορεί να είναι και η επίδραση μιας αρνητικής κίνησης.

Τι είναι το Stop-Loss;

Το stop-loss είναι μια εντολή που χρησιμοποιείται για να κλείσει μια θέση όταν η τιμή φτάσει σε ένα προκαθορισμένο επίπεδο.

Για παράδειγμα, ένας trader μπορεί να αγοράσει ένα περιουσιακό στοιχείο στα 100 ευρώ και να έχει αποφασίσει πριν από τη συναλλαγή ότι δεν θέλει να παραμείνει στη θέση αν η τιμή πέσει κάτω από ένα συγκεκριμένο σημείο.

Το stop-loss μπορεί να βοηθήσει στην εφαρμογή αυτού του σχεδίου.

Δεν αποτελεί όμως εγγύηση ότι η συναλλαγή θα εκτελεστεί ακριβώς στην επιθυμητή τιμή. Σε γρήγορες αγορές ή όταν υπάρχουν απότομα κενά στην τιμή, η πραγματική τιμή εκτέλεσης μπορεί να διαφέρει.

Πρώτα αποφασίζουμε τη ζημιά

Ένα συνηθισμένο λάθος είναι να ανοίγουμε πρώτα μια θέση και μετά να αποφασίζουμε πόσα είμαστε διατεθειμένοι να χάσουμε.

Η σωστή λογική λειτουργεί αντίστροφα.

Πριν από τη συναλλαγή πρέπει να γνωρίζουμε:

πόσο κεφάλαιο διαθέτουμε,

σε ποιο σημείο θεωρούμε ότι η αρχική μας ιδέα δεν ισχύει πλέον,

και πόση οικονομική ζημιά μπορεί να προκαλέσει αυτό.

Μόνο τότε μπορούμε να εξετάσουμε ποιο μέγεθος θέσης είναι κατάλληλο για το συγκεκριμένο σχέδιο.

Ένα απλό παράδειγμα

Ας υποθέσουμε ότι ένας trader διαθέτει κεφάλαιο 10.000 ευρώ.

Ανοίγει μια θέση αξίας 1.000 ευρώ.

Αν η συγκεκριμένη θέση χάσει 10% της αξίας της, η ζημιά είναι 100 ευρώ.

Τα 100 ευρώ αντιστοιχούν στο 1% του συνολικού κεφαλαίου των 10.000 ευρώ.

Αν όμως είχε τοποθετήσει και τα 10.000 ευρώ στην ίδια θέση, η ίδια πτώση 10% θα προκαλούσε ζημιά 1.000 ευρώ.

Η αγορά έκανε ακριβώς την ίδια κίνηση.

Αυτό που άλλαξε ήταν η διαχείριση του μεγέθους της θέσης.

Προσοχή στη μόχλευση

Η μόχλευση μπορεί να επιτρέψει σε κάποιον να ελέγχει θέση μεγαλύτερης αξίας από το κεφάλαιο που χρησιμοποιεί ως περιθώριο.

Αυτό κάνει τις κινήσεις της αγοράς πολύ πιο σημαντικές για το πραγματικό κεφάλαιο.

Μια σχετικά μικρή αρνητική μεταβολή μπορεί να προκαλέσει μεγάλη ζημιά και, ανάλογα με το προϊόν και τους κανόνες της πλατφόρμας, ακόμη και αναγκαστικό κλείσιμο μιας θέσης.

Για αυτό η μόχλευση απαιτεί ιδιαίτερη κατανόηση και προσοχή.

Δεν αυξάνουμε τον κίνδυνο επειδή χάσαμε

Μετά από μια ζημιά μπορεί να εμφανιστεί η σκέψη:

«Θα βάλω περισσότερα στην επόμενη συναλλαγή για να πάρω πίσω όσα έχασα.»

Αυτό ονομάζεται συχνά revenge trading.

Η απόφαση πλέον δεν βασίζεται σε σχέδιο αλλά στην ανάγκη να ανακτηθούν γρήγορα τα χαμένα χρήματα.

Έτσι μια μικρή ζημιά μπορεί να μετατραπεί σε πολύ μεγαλύτερη.

Η επιβίωση έρχεται πριν από το κέρδος

Κανένας trader και κανένας επενδυτής δεν μπορεί να έχει πάντα δίκιο.

Οι ζημιές αποτελούν μέρος των αγορών.

Η ουσία της διαχείρισης κινδύνου είναι να κρατά αυτές τις ζημιές σε επίπεδο που δεν καταστρέφει το συνολικό κεφάλαιο.

Δεν χρειάζεται να κερδίζουμε σε κάθε συναλλαγή.

Χρειάζεται να αποφεύγουμε μια ζημιά τόσο μεγάλη ώστε να μην μπορούμε να συνεχίσουμε.

Η προστασία του κεφαλαίου προηγείται της αναζήτησης κέρδους.

Αφού κατανοήσουμε αυτή την αρχή, μπορούμε να εξετάσουμε πιο σωστά ένα ακόμη βασικό εργαλείο διαχείρισης μιας συναλλαγής: τη σχέση Risk/Reward και το τι πραγματικά σημαίνει πιθανό κέρδος σε σχέση με πιθανή ζημιά.

Κύλιση στην κορυφή